Ψυχοχάρτια

Ψυχοχάρτια …

Η λέξη «προσφορά», όταν μάλιστα αναφέρεται στην Αγία του Χριστού Ορθόδοξη Εκκλησία, με τσατίζει αφάνταστα. Μόνον όταν αναφέρεται στο ζυμωτό πρόσφορο με ενθουσιάζει. Παρακολουθώ την σφραγίδα, αν έκατσε καλά, αν καλοφούσκωσε το ζυμάρι, τα γράμματα άμα τυπώθηκαν καλά, το ΜΘ της Κυρίας Θεοτόκου αν διακρίνεται, τα τάγματα αν βγαίνουν εύκολα. Και κυρίως ο αμνός, αυτό που ξεκινάει ζυμάρι, και από το χέρι του παπά και το Άγιο Πνεύμα θα γίνει σώμα του Χριστού μου. Με τρελλαίνουν τα σφραγίδια και τα σφραγίσματα, κυρίως τα παλιά. Εκείνα τα μικρά, που από την μία πλευρά έχουν όλη την σφραγίδα και από την άλλη μόνον τον αμνό. Βρήκα και ένα στα σκουπίδια, στον σταθμό μεταφόρτωσης. Τώρα τα πολτοποιούν και εμείς, που είμαστε το ίδιο, δεν μπορούμε να ψάξουμε και να βρούμε κανένα χρήσιμο γιά «σέκοντ χέντ». Τι να πεις; Αλλάζουν οι καιροί. Η κακία των ανθρώνων αυξαίνεται. Ως και τα σκουπίδια τώρα τα καταστρέφουν. Και ύστερα μιλάν γιά προσφορά. Και σε λέει ο άλλος: «Τι προσφέρει η Εκκλησία;» και σ έρχεται … τι να πεις; Άλλαξαν και αλλάζουν και άλλο οι καιροί και δηλώνουμε άνθρωποι, μα είμαστε απάνθρωποι.

Και μόνο ένα μνημόσυνο να έκαμναν οι παπάδες, να ανακάτεβαν την κόλαση και να βοηθούσαν μία ψυχή, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία από αυτήν την λειτουργική πράξη της Εκκλησίας μας. Αυτοί που φύγαν μας έχουν ανάγκη. Και εμείς τους έχουμε ανάγκη, όταν είναι κοντά στον Άναρχο Θεό μας.

Είχα μουντζουρώσει παλαιότερα κάτι χαρτιά, με λίγες αράδες γράμματα, και, αύριο που είναι των ψυχών, σκέφτηκα απόψε να σας τα κεράσω. Και, πού ξέρεις, ψυχή μου ταλαίπωρη;, μπορεί σε κάποιον να αρέσουν και να σε μνημονεύσει. Και αν είναι και λειτουργός του Θεού του Υψίστου, του Κυρίου μας, μπορεί να σε χαρίσει κανένα ψίχουλο στο άγιο δισκάριο, που τόχεις τόση ανάγκη.

Τα έβγαλε ο Βασιλάκης σε βιβλίο. Εγώ είχα βάλει σαν τίτλο: «Όνειρα … Όνειρα…» αλλά αυτός τον άλλαξε και έβαλε γιά τίτλο: «Γιαυτό κλαίω κι ἐγώ». Τα εξέδωκε στα «Ἐν πλῷ». Δεν το κάνανε παρουσίαση. Πολλοί δεν έμαθαν κάν ότι κυκλοφορήθηκε. Ούτε αν ήταν καλοτάξειδο μάθαμε. Τα παρακάτω θα τα βρει όποιος τα ψάξει στις σελίδες του 57 μέχρι 62. Μπορεί κάποιος να συγκινηθεί και να το ψάξει. Πού ξέρεις; Όλα γίνονται.

Ο Θεός, αδελφοί μου, να αναπαύσει όλα τα αγαπημένα σας πρόσωπα, που έφυγαν και μας περιμένουν. Καλήν μπαράδεισο να βρούν, όπως έλεγε και ο παπαΣπυρίδων του Ξένου. Αμήν.

 

α. Σέ πανήγυρη στό Χιλιαντάρι, ἕνα κερί ἔφεγγε στή λιτή. Ἕνας γεροντάκος καλόγερος, ρουμάνος, μέ τά ματογυάλια καί τό λίγο φῶς, κρατοῦσε ἀνοιχτό ἕνα τετράδιο, αὐτά τοῦ σχολείου, μέ τό γαλάζιο πλαστικό ἐξώφυλλο, καί διάβαζε, σχεδόν συλλαβιστά. Πλησίασα. Μνημόνευε ὀνόματα.

β. Πῆγε ὁ παπάς στός ΓεροΠαΐσιο καί ἀπό μακρυά λέει ὁ γέροντας: «Ἔ, παπά, τά ὀνόματα ἕνα ἕνα, ὄχι μέ τό μάτι».

Ἦταν Τρίτη τοῦ Πάσχα, καί τό βράδυ στήν Ἀνάσταση ὁ ἡγούμενος ὁ παπαΧαραλάμπης-νἄχουμε τήν εὐχή του τήν ἅγια- φώναξε καί καναδυό καλογέρια στήν ἁγία πρόθεση καί μνημόνευαν. Περνοῦσε ἡ ὥρα ἀλλά ποῦ νά τελειώσουν. Πιό πολλά κι ἀπό τόν Δῆμο Πειραιῶς τά ὀνόματα, εἶπε ἐκεῖνος ὁ παπάς, καί τούς ψιλομάλλωσε. -Ἄντε, μέ τό μάτι τά ὀνόματα. Ξημέρωσε. Νά βγάλουμε Ἀνάσταση. Είχε το θάρρος και τἄκαμνε.

γ. Ὁ παπαἘφραίμ στά Κατουνάκια εἶχε χαρτόνια ἀριθμημένα, μέ τά ὀνόματα. Πήγαινες, ἄγνωστος νά τόν δεῖς, καί ἄν εἶχαν δώσει ἄλλοι τὄνομά σου, σέ ἔλεγε: Νικολάου, Περιστέρας καί τῶν τέκνων.

Τά Σρανταλείτουργα τά διάβαζε ξεχωριστά. Καί ὅταν τελείωνε τό ἕνα σέ ἔγραφε γράμμα, καί ἄρχιζε τό ἄλλο. Ἦρθε στή Δάφνη γνωστός, ἀπό τήν Ἀθήνα, μᾶς ἔφερε παντζάρια πεντανόστιμα στό ξύδι, καί ἕνα δέμα γιά τόν παπού. Εἴπαμε νά μήν τά στείλουμε, καί τά πήγαμε μέ τόν ἴδιο. Μέ τό πού τά εἶδε ὁ Γέροντας, τά στέλνει στήν Ἁγιάννα στό Κυριακό, νά δροσιστοῦν οἱ πατέρες καί νά μνημονεύουν.

δ. Νέος παπάς, ἔβγαλε μερίδες στήν πρόθεση. Τόν ἐπίσκοπο, ζῶντα καί κεκοιμημένα. Καί πρίν καλύψει, βλέπει οἱ μερίδες ἔβαλαν στή μέση τόν ἐπίσκοπο καί μαζεύτηκαν γύρω γύρω, τόν σκέπασαν, τόν κάλυψαν.

ε. Στά Κατουνάκια, στήν ἔρημο, εὐλαβής καί ἀγωνιστής, καλός καλόγερος, δέχονταν ἐλεημοσύνες καί τίς ξεπλήρωνε μέ κομποσχοίνι. Πέρασαν τά χρόνια, βάρυνε, δυσκολεύονταν. Ὁ παπαἘφραίμ εἶδε τήν κρίση του. Μπροστά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, οι ψυχές ζητοῦσαν τίς ἐλεημοσύνες τους. Καί ἔγινε κρίση: «Νά δοθοῦν στούς δικαιούχους». Εἶχε ἀρετή ὁ καλόγερος. Ξεπλήρωνε. Ἀλλά δέν ἔφτασε γιά ὅλους. Καί τότε ἡ ψυχή κατέβηκε στήν ἄααβυσο …

ς. Ὁ ΓεροἈντρέας στό Γρηγορίου, σέ παρακαλῶ νά μέ μνημονεύεις, σοῦ ἔλεγε. Θά σέ ἐνθυμοῦμαι καί ἐγώ, Προϊστάμενος ἀπό νωρίς, ἔκανε καί ἀντιπρόσωπος καί ἐπιστάτης πολλές φορές. Ὅταν ἐκοιμήθη, βρέθηκαν γράμματα στό κελλί του. «Ἀδελφέ, …, ὅταν θά λάβεις τήν ἐπιστολήν μου θά ἔχω πεθάνει. Γιαυτό, σέ παρακαλῶ, σβύσε με ἀπό τά ζωντανά καί γράψε με στά πεθαμένα. Νά μέ μνημονεύεις. Σέ εὐχαριστῶ.»

ζ. Κι ὁ παπαΣίμων εἶχε τετράδιο καί ὅταν γέμιζε, μᾶς ἔλεγε καί ἀντιγράφαμε σέ μεγαλύτερο τά ὀνόματα.

…………………………………

Πῆγε ὁ μικρός ὁ Νεόφυτος στόν παπαἘφραίμ, καί ἀφοῦ τόν ρώτησε ὁ Γέροντας τοῦ λέει: νά τούς μνημονεύεις, παιδί μου, τούς γονεῖς σου, γιά ζωντανούς γιά πεθαμένους. Ἐγώ, ξυπνῶ κοιμᾶμαι, μνημονεύω: Δι’εὐχῶν τῶν Γονέων καί τῶν Γερόντων μου, κάθε πού ξυπνῶ καί πού κοιμᾶμαι, καί ὅ,τι κάνω.

Ἀντί γιά ὄγδοη ἱστορία, ὅπως τήν ἄκουσα: Δέν μἔπιανε ὕπνος καί στριφογυρνοῦσα. Δέν ἤξερα τί μέ φταίει. Πῆρα χαρτί καί μολύβι, καί γύρισα ὅλα τά σπίτια τοῦ χωριοῦ. Ὅ,τι πεθαμένους θυμώμουν τούς ἔγραψα, ὅπως τούς λέγαμε΄μπαμπουΓιάννου, μπαμπουΚαλλούσιου, μπάμπουΚαλή, μπαρμπαΜήτρης, μπαμπουΛένια, θειαΛυμπία, Δημητράκης τςΘειᾶζμ … Κοιμήθηκα. Τό πρωΐ πῆγα τά ὀνόματα ἀντιγραμμένα, καλά αὐτήν τή φορά, στήν ἐκκλησία. Στό κελλί κράτησα τά ἄλλα. Ἠμεῖς σἔχουμει νά μᾶς μνημουμεύβς, σἔχουμει ἀντιπρόσουπουν στούν Θειό, καλόηρος εἶσει, μᾶς προσεύχησει … ἄκουγα

Κι ὁ ΓεροΠαΐσιος μᾶς εἶπε: "τόν ζωντανό κι ἀπ΄τήν φυλακή, εὐλογημένε, νά τόν βγάλεις, ξαναμπαίνει. Τόν νεκρό ποιός τόν θυμᾶται. Μπορεῖς νά τόν πάρεις ἀπό τό μπουντρούμι καί νά τόν πᾶς στό σαλόνι. Λίγο τὄχεις;"

 

Αφήστε μια απάντηση

*